bleeding edge
 

(δραχαμὶ) ζ, ἐπ(ιμερισμοῦ) ἀπό(ρων) τοῦ διε|ληλυθ(ότος) κτλ. Grenfell, P. Lond. III S, VII.

Loading…
Loading the web debug toolbar…
Attempt #